Η Γενοκτονία των Ποντίων και η εθνική ευθύνη

Της Νίνας Κασιμάτη*

Η εθνική μας ευθύνη για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας από την Τουρκία και το παράδειγμα των Αρμενίων

Η επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Joe Biden, στις 24 Απριλίου 2021 και προηγουμένως από το Κογκρέσο και τη Γερουσία το 2019 συνιστά γεγονός με γεωπολιτική μετάφραση, για όποιο κράτος θέλει να τη «διαβάσει».

Αντικειμενικά ισχυροποιείται και αναβαθμίζεται η διεκδίκηση της διεθνούς αναγνώρισης των Γενοκτονιών όλων των χριστιανικών λαών-εθνών της περιοχής, που διαπράχθηκαν από την Τουρκία στις αρχές του 20ου αιώνα.

Μια διεκδίκηση που, μετά τη μονοκαλλιέργεια των μεταϋλιστικών αξιών από το ’90 και μετά, θεωρούνταν από τις ελίτ – τουλάχιστον από τις ελληνικές ανέκαθεν παρά τη φωτεινή στιγμή της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου το 1994 και της Μικράς Ασίας το 1996 – παρωχημένη ή εθνικιστική και, σε κάθε περίπτωση, αποφατικής διπλωματικής αξίας.

Γι’ αυτό και κατά την περίοδο μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου έως σήμερα καμία σχετική ενέργεια δεν ακολούθησε την αναγνώριση στο επίπεδο της επίσημης Εξωτερικής Πολιτικής της χώρας μας. Και όχι μόνον αυτό. Αλλά υπονομεύθηκε, χλευάστηκε, κατηγορήθηκε από προπαγανδιστικούς μηχανισμούς. Πρόκειται για τη γραμμή της δήθεν «οθωμανικής πολυπολιτισμικότητας και ανεκτικότητας» την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ουσιαστικά γραμμή συγκάλυψης της βαρβαρότητας και διαστρέβλωσης της ιστορίας, της επιστήμης, της πολιτικής. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν ήταν παρούσα στο ραντεβού με την Ιστορία και την Πολιτική το 2019-2021 είναι αποτέλεσμα αυτών των μηχανισμών και των πρακτικών τους.

Αντίθετα η Αρμενία, όταν στο πλήρωμα του χρόνου προκλήθηκε ρωγμή στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, ήταν εκεί συνεπής. Και συνεχίζει για να πάρει αυτό που αδιάλειπτα διεκδικεί επί 106 χρόνια μέχρι την τελική δικαίωση, δηλαδή την αναγνώριση από την ίδια την Τουρκία. Όλα αυτά γιατί ο αρμενικός λαός και η διανόησή του δεν αντιμετώπισαν εσωτερική υπονόμευση της υπόθεσής τους. Και γιατί το αρμενικό κράτος είχε πολιτική α) να μην επιτρέψει να ενταφιασθεί το ηθικό και ανθρωπιστικό χρέος της δικαίωσης της μνήμης των γενοκτονημένων προγόνων και β) να καταστήσει υπόλογο έναντι της διεθνούς κοινότητας τον θύτη Τουρκία. Αποδεικνύοντας έτσι, ότι πρόκειται για έθνος που λειτουργεί ως Υποκείμενο της Ιστορίας και όχι ως άθυρμα των ισχυρών που προσαρμόζει στο πέρασμα του χρόνου τη συνείδησή του σε αλλότρια συμφέροντα, ατζέντες και αναγνώσεις της Ιστορίας. Είναι χάρη σε αυτόν τον αγώνα των Αρμενίων, αλλά και των απογόνων των γενοκτονημένων Ελλήνων κι Ασσυρίων, κι επίσης του Κουρδικού λαού και των εκπροσώπων του, που δεν επικράτησε η κεμαλο-οθωμανική ρατσιστική εκδοχή για την ιστορία μιας γεωγραφικής περιοχής, που έχει προσφέρει πάρα πολλά στην εξέλιξη του παγκόσμιου πολιτισμού και που, κατά τον 20ο αιώνα, έγινε τόπος δολοφονίας λαών, εθνών, πολιτισμών, όπως επισημαίνει καίρια ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης.

Η Άγκυρα και το τουρκικό λόμπι είχαν κατορθώσει επί δεκαετίες να επιβάλουν κανόνα σιωπής (gag rule) στις κυβερνήσεις των ΗΠΑ αναφορικά με τη λέξη «Γενοκτονία», που θα νομιμοποιούσε αξιώσεις αποζημίωσης στα αμερικανικά δικαστήρια. Κι αποκρούεται λυσσαλέα από την Τουρκία γιατί είναι νομικός όρος του διεθνούς ποινικού δικαίου που περιγράφει το αδίκημα ενός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Το οποίο εν προκειμένω τελέστηκε πρώτα από τους «προοδευτικούς» της εποχής Νεοτούρκους και εν συνεχεία από τον Μουσταφά Κεμάλ, έχοντας σκοπό τη δημιουργία του νέου Τουρκικού κράτους με κατασκευασμένη – ενιαιοποιημένη δια της βίας – εθνική συνείδηση, αφού προηγουμένως θα εξόντωναν συστηματικά και θα αφάνιζαν από τα εδάφη της Ανατολίας τους πανάρχαιους, γηγενείς, αυτόχθονες λαούς-έθνη.

Η αναγνώριση αυτών των εγκλημάτων μεγάλης ηθικής απαξίας θα επέβαλλε τη μη επανάληψή τους, μια δέσμευση όμως που το σύγχρονο τουρκικό κράτος δεν θέλει να αναλάβει.

Δυστυχώς δικαιωθήκαμε όσοι πέρυσι τέτοιες μέρες γράφαμε πως η ρευστή γεωπολιτική κατάσταση εξαιτίας της κλιμακούμενα επιθετικής και όλως αναθεωρητικής στάσης της Τουρκίας στην περιοχή – από τον Έβρο και το Αιγαίο ως την Κύπρο, και από τη Συρία ως το Νότιο Καύκασο – πρέπει να ευαισθητοποιήσει τη διεθνή κοινότητα να ασκήσει πίεση στην Τουρκία, ώστε αυτή να ευθυγραμμιστεί με τη διεθνή νομιμότητα, καθώς και να αναγνωρίσει τις Γενοκτονίες αποκηρύσσοντας τις κινητήριες ιδεολογίες θανάτου και μίσους.

Αυτό φυσικά δεν το έπραξε η ΕΕ, όπου τα επί μέρους συμφέροντα και οι διμερείς σχέσεις των ισχυρών κρατών-μελών, ιδίως της Γερμανίας, επικυριαρχούν.

Έτσι η Τουρκία συνέχισε ακάθεκτη. Τον Ιούλιο του ’20 μετέτρεψε την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, το εμβληματικό ορθόδοξο θρησκευτικό μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, από μουσείο σε μουσουλμανικό τζαμί. Και διαδοχικά έκανε το ίδιο στη Μονή της Χώρας.

Ακολούθως, τον Αύγουστο του ’20 προέβη στην έμπρακτη αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου. Τον Σεπτέμβριο του ’20 ξέσπασε ο πόλεμος στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, κατόπιν της επίθεσης του Αζερμπαϊτζάν με την επιχειρησιακή συνδρομή και καθοδήγηση της Τουρκίας. Καταλήγοντας σε ακρωτηριασμό εδαφών, καταστροφή αρμενικών πολιτιστικών θρησκευτικών μνημείων, βανδαλισμό νεκροταφείων και άρνηση της επιστροφής ή και τη δολοφονία αιχμαλώτων πολέμου.

Στη δε Κύπρο των χιλιάδων αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής και κατοχής από το 1974, η Τουρκία τον Οκτώβριο του 2020 πραγματοποίησε «δεύτερη εισβολή» με το παράνομο άνοιγμα της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων στην Αμμόχωστο, το καθεστώς της οποίας προστατεύεται από ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ενώ κατά την αμφιλεγόμενη Πενταμερή Διάσκεψη για το Κυπριακό στη Γενεύη τον Απρίλιο του 2021, η τουρκική πλευρά έθεσε θέμα δύο κρατών, δηλαδή αξίωσε διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους ως ισότιμης κρατικής οντότητας με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Την ίδια περίοδο το τουρκικό κράτος στο εσωτερικό του καταλύει κάθε έννοια κράτους δικαίου με την άγρια καταστολή του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, με παραβιάσεις της ΕΣΔΑ εις βάρος πολιτών του και με την αποχώρηση από τη διεθνή Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης – «Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας»!

Πρέπει κανείς να εθελοτυφλεί όταν δεν βλέπει το πολυεπίπεδο τουρκικό blitzkrieg. Αλλά και τις ίδιες μεθόδους απάλειψης των ιστορικών τεκμηρίων ύπαρξης όσων η Τουρκία θεωρεί εχθρούς της στην περίμετρο των συνόρων της. Αποδεικνύοντας έτσι, ότι η μη αναγνώριση των Γενοκτονιών από την Τουρκία συνιστά ρεαλιστικά εμπόδιο τόσο για τον εκδημοκρατισμό της, όσο και για την ειρήνη και τη συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή.

Είναι ευθύνη της Ελλάδας αυτό να αναδειχθεί διεθνώς. Άλλά και στο εσωτερικό μας κανείς δεν μπορεί να διεκδικεί βάσιμα την πρόοδο και τον σεβασμό των ανθρωπίνων και των κοινωνικών δικαιωμάτων, πόσο μάλλον να τα εγγυηθεί, σε μια χώρα που τελεί υπό μόνιμη εξωτερική απειλή και εξάρτηση. Αυτό πρέπει να το κατανοήσει καλά ο κυρίαρχος λαός και οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, προκειμένου να αποτρέψουμε εθνικές ήττες.

Γι’ αυτό έχουμε απόλυτο καθήκον να διεκδικήσουμε επιτέλους επίσημα ως κράτος τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας από την Τουρκία και να εντάξουμε αυτήν τη διεκδίκηση στην εθνική μας στρατηγική.

*Βουλευτής Β’ Πειραιά ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Αντιπρόεδρος της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, Αντιπρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Φιλίας Ελλάδας – Αρμενίας, Μέλος της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στην Κ.Σ. του Συμβουλίου της Ευρώπης.*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *